ταβερνοblog

Τα εκ του λαού παράγωγα και λοιποί ορισμοί

τελευταία ανανέωση: Οκτώβριος 2008 (ανενεργή σελίδα)





Στο παρόν διαδικτυακό χώρο θα χρησιμοποιηθούν κατά κόρον παράγωγα του όρου “λαός”, μη σχετιζόμενα με τις καθιερωμένες πολιτικές έννοιες. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και παρερμηνειών ορίζονται τα παρακάτω:






λαός (ο) ουσ., μπορεί να αυτοχαρακτηρισθεί ή να χαρακτηρισθεί από τρίτους, οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων που είναι φορείς ενός κοινά αποδεκτού συνόλου αξιών.

λαϊκός, -ή, -ό επίθ., που ανήκει, αναφέρεται, απευθύνεται στο λαό, τον εκφράζει και είναι συμβατός με τις αξίες του λαού § λαϊκό άτομο, το άτομο που ανιδιοτελώς δουλεύει για το λαό του, δηλαδή ενεργεί με γνώμονα την λαϊκή βούληση με μοναδικό όφελος την αίσθηση της λαϊκής προσφοράς § λαϊκό κίνημα, το σύνολο του λαού και των ιδεών που αυτός πρεσβεύει § λαϊκό concept, οποιαδήποτε ιδέα, έννοια, σύλληψη κρύβει από πίσω της συμβατότητα με τις λαϊκές αξίες § λαϊκό μέρος, χώρος στον οποίο μπορεί να εκφραστούν, εφαρμοστούν οι λαϊκές αξίες.

λαϊκότητα (η) ουσ., το ποιοτικό μέτρο του λαϊκού.

λαϊκίζομαι ρ., 1. ενεργώ για ιδιοτελείς σκοπούς με προκάλυμμα τις λαϊκές αξίες 2. τελώ λαϊκοφανείς πράξεις.

λαϊκιστής (ο) ουσ. θηλ. λαϊκίστρια, το άτομο που λαϊκίζεται ή που προσπαθεί ανεπιτυχώς να λαϊκιστεί ή που δολίως υποκρίνεται ότι λαϊκίζεται.

υπερλαϊκός, -ή, -ό επίθ., ο υπερθετικά λαϊκός.

αντιλαϊκός, -ή, -ό επίθ., που είναι αντίθετος ή εχθρικός προς τις αξίες του λαού ή την λαϊκή βούληση.

ημιλαϊκός, -ή, -ό επίθ., ο ανεπαρκώς λαϊκός που όμως δεν χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη λαϊκότητας.

ταλιμπανισμός (ο) ουσ., ακραία υποκουλτούρα του λαϊκού κινήματος, που χαρακτηρίζεται από στιγμιαίες χαοτικές και διαλυτικές διαθέσεις, ενώ σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται ως η καταστροφή ξένης κυρίως περιουσίας ή η αυτοκαταστροφή, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο παρά μόνο για την ηδονή της καταστροφής.

ταβερνοserver κ. server (ο) ουσ., γεωγραφική περιοχή με πυκνή συγκέντρωση ταβερνών, συνήθως ομοιογενής ως προς κάποια, αρνητικά επί το πλείστον, χαρακτηριστικά γνωρίσματα.





5 σχόλια »

  1. EISE MEGALOS

    Comment από psilos — 01/06/2008 @ 21:18 | Απάντηση

  2. λαϊκολόγος (ο) ουσ.[<λαϊκολόγος<λαϊκός + λέγω] ο ειδικός ερευνητής επιστήμονας της λαϊκολογίας
    λαϊκολογία (η) ουσ.[<λαϊκολογία<λαϊκός + λέγω] η επιστήμη που ερευνά τα εκ του λαού παραγόμενα, η ειδική έρευνα για τα λαϊκά κινήματα

    Comment από gg — 25/06/2008 @ 17:28 | Απάντηση

  3. μάστορας ο gg! ωραίοι οι ορισμοί σου ;-)

    Comment από ταβερνοαλάνι — 11/07/2008 @ 06:24 | Απάντηση

  4. εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ, μου άρεσε το site και έμεινα ….
    αν κατάλαβα καλά θέλουμε λέξεις παράγωγες του “λαός” !
    η πρώτη λέξη που μου βγαίνει αυθόρμητα είναι “λαοπλάνος”, είναι αυτός που πλανά (κοροϊδεύει) τον λαό
    Αν είμαι εκτός θέματος ας με ενημερώσει κάποιος φίλος
    γειά χαρά να τα λέμε καμμιά φορά
    Μαρία

    Comment από madness — 03/09/2008 @ 12:05 | Απάντηση

  5. συμφωνω με τον ψηλο. ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ! ωραιοι οι εκ του λαου ορισμοι, αλλα τα γραφεις λες και εισαι λεξικο. βαλε λιγο
    λαϊκουρα!

    Comment από Dj Ricky — 27/11/2008 @ 21:29 | Απάντηση


Κανάλι RSS για τα σχόλια του άρθρου.

Γράψτε ένα σχόλιο

Blog στο WordPress.com.